ψαλιδίζω
ρήμα1. Κόβω, κονταίνω ή διαμορφώνω κάτι με ψαλίδι ή με παρόμοιο εργαλείο.
2. Μειώνω σταδιακά την έκταση, την ποσότητα ή το μέγεθος κάποιου πράγματος.
Συνώνυμα
κουρεύω μικραίνω κόβω περικόπτω μειώνω απομειώνω ελαττώνω αποκόπτω πετσοκόβω ψαλιδωτό χαμηλώνω αποθαρρύνω παραποιώ ελαχιστοποιώ επιβραδύνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κηπουρός ψαλιδίζει τα τριαντάφυλλα κάθε άνοιξη.
- Η μητέρα μου ψαλιδίζει τα μαλλιά του μικρού μου αδελφού.
- Η εταιρεία αποφάσισε να ψαλιδίσει τα έξοδα λόγω της κρίσης.
- Η επιτροπή ψαλίδισε τις προσδοκίες του κοινού για άμεση λύση.
- Αν δεν προσέξεις, θα ψαλιδίσεις το ύφασμα στραβά.