χωρικός
επίθετο1. Που αφορά τον χώρο ή τη χωρική διάταξη, τη θέση και τις σχέσεις μεταξύ αντικειμένων σε δισδιάστατο ή τρισδιάστατο πλαίσιο, όπως σε γεωγραφία, γεωμετρία ή χωρική ανάλυση.
Συνώνυμα
χωριανός αγρότης αγροτικός επαρχιώτης επαρχιακός περιφερειακός γεωγραφικός χωροταξικός τοπικός τρισδιάστατος κάτοικος ευρύς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι χωρικοί μάζεψαν το σιτάρι πριν τη βροχή.
- Ο χωρικός δούλευε από το ξημέρωμα.
- Η χωρική κατανομή των δέντρων στο πάρκο είναι ανισομερής.
- Το χωρικό σύστημα αναφοράς είναι απαραίτητο για τους γεωγράφους.
- Η εφαρμογή υποστηρίζει χωρικό ήχο για πιο ρεαλιστική εμπειρία.