χρεώνω
ρήμα1. Ζητώ ή σημειώνω σε κάποιον μια χρηματική ή άλλη οφειλή, ώστε να καταβληθεί αργότερα.
2. Εγγράφω ένα ποσό σε λογαριασμό, ώστε να επιβαρύνει κάποιον ή να αφαιρεθεί από το διαθέσιμο υπόλοιπο.
Συνώνυμα
φορτώνω προσάπτω φορτίζω επιβαρύνω τιμολογώ κοστίζω επιρρίπτω συμπεριλαμβάνω καταλογίζω βαρύνω αναθέτω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λογαριασμός θα χρεώνω στο όνομά σου.
- Η τράπεζα χρεώνω την κάρτα μου με το ποσό της αγοράς.
- Μην χρεώνω αυτά τα έξοδα σε μένα, γιατί δεν φταίω.
- Το κατάστημα θα σε χρεώνω για την επιπλέον υπηρεσία.
- Στην απόδειξη, το σύστημα χρεώνω αυτόματα τον φόρο.