χρεοκοπία
ουσιαστικό1. Οικονομική κατάσταση κατά την οποία φυσικό πρόσωπο, επιχείρηση ή κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις χρηματικές του υποχρεώσεις προς τους πιστωτές.
Συνώνυμα
πτώχευση φαλιμέντο χρεωκοπία αφερεγγυότητα υπερχρέωση κατάρρευση κρίση διάλυση καταστροφή αποτυχία παρακμή πτώση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία κήρυξε χρεοκοπία μετά από χρόνια ζημιών.
- Ο δικηγόρος εξήγησε τη διαδικασία της χρεοκοπίας στον επιχειρηματία.
- Η χώρα βρέθηκε στα πρόθυρα χρεοκοπίας όταν το δημόσιο χρέος εκτοξεύτηκε.
- Μετά την οικονομική χρεοκοπία, πολλοί εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους.
- Η παταγώδης αποτυχία του προγράμματος θεωρήθηκε χρεοκοπία της διοίκησης.