χαρτάκι
ουσιαστικό1. Μικρό κομμάτι χαρτιού, συνήθως λεπτό και ευέλικτο, που χρησιμοποιείται για γραφή ή σημείωση σύντομων πληροφοριών.
2. Σημείωμα ή υπόμνημα μικρών διαστάσεων για προσωρινή υπενθύμιση ή σύντομη επικοινωνία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έγραψα το τηλέφωνό της σε ένα χαρτάκι και το κράτησα στην τσέπη.
- Πήρα ένα χαρτάκι από το μηχάνημα για το λεωφορείο.
- Καρφίτσωσα ένα χαρτάκι στον πίνακα για να μην ξεχάσω το ραντεβού.
- Τον έπιασαν να έχει ένα χαρτάκι με τις απαντήσεις στο διαγώνισμα.
- Η απόδειξη ήταν τυπωμένη σε ένα μικρό χαρτάκι που έβγαλε το ταμείο.