χαρακτηρίζομαι

άλλο

1. Περιγράφομαι ή προσδιορίζομαι ως έχων ορισμένα χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή γνωρίσματα.

2. Γίνομαι αντικείμενο αξιολόγησης ή κατηγοριοποίησης με βάση συγκεκριμένα στοιχεία.

Συνώνυμα

θεωρούμαι κρίνομαι περιγράφομαι ονομάζομαι αποκαλούμαι κατατάσσομαι προσδιορίζομαι φέρομαι λέγομαι λογίζομαι εκλαμβάνομαι αναγνωρίζομαι αποδίδομαι επισημαίνομαι βαφτίζομαι πλασάρομαι εντοπίζομαι

Αντώνυμα

αμφισβητούμαι διαψεύδομαι απορρίπτομαι αντικρούομαι αποσιωπούμαι αγνοούμαι αθωώνομαι

Παραδείγματα χρήσης

  • χαρακτηρίζομαι από την ακρίβεια στις λεπτομέρειες.
  • χαρακτηρίζομαι συχνά από τους συναδέλφους ως παράδειγμα καλής συνεργασίας.
  • Στην επίσημη έκθεση χαρακτηρίζομαι ως παράδειγμα προς αποφυγή.
  • Σε νομικά έγγραφα χαρακτηρίζομαι ως υπεύθυνο πρόσωπο για τις παραλείψεις.
  • Στις παρουσιάσεις μου χαρακτηρίζομαι από σαφήνεια και συνοχή.