χαράσσω
ρήμα1. Κάνω εγκοπές ή χαράγματα σε επιφάνεια με κοφτερό εργαλείο ή ειδική μέθοδο, δημιουργώντας γραμμές, σχέδια ή σημάδια πάνω σε ξύλο, μέταλλο, πέτρα ή άλλο υλικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα χαράσσω το ξύλο με μαχαίρι για να φτιάξω ένα μοτίβο.
- Στην είσοδο του σπιτιού χαράσσω το όνομά μου πάνω στην πέτρα.
- Στη μνήμη μου χαράσσω την πρώτη μέρα του ταξιδιού.
- Στο χάρτη πριν το ταξίδι χαράσσω τη διαδρομή που θα ακολουθήσουμε.
- Πριν την κατασκευή χαράσσω τις γραμμές κοπής στο σκυρόδεμα.
- Με το αλέτρι στο χωράφι χαράσσω αυλακιές για να σπείρω.