χαμηλόφωνα
άλλοΜε χαμηλή ένταση φωνής ή ήχου, ώστε να ακούγεται λίγο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε χαμηλόφωνα για να μην ξυπνήσει το μωρό.
- Οι μαθητές συζητούσαν χαμηλόφωνα μέσα στην τάξη.
- Του απάντησε χαμηλόφωνα, χωρίς να κοιτάξει κανέναν.
- Στο νοσοκομείο όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα στους διαδρόμους.
- Έσκυψε κοντά μου και μου είπε χαμηλόφωνα το μυστικό.