φρούρηση
ουσιαστικόΗ ενέργεια ή η κατάσταση κατά την οποία κάποιος επιβλέπει και προστατεύει έναν χώρο, πρόσωπο ή αντικείμενο, ώστε να διατηρείται η ασφάλειά του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η φρούρηση της πύλης γίνεται όλο το εικοσιτετράωρο.
- Η φρούρηση του μνημείου ενισχύθηκε μετά το περιστατικό.
- Για την ασφάλεια της εκδήλωσης απαιτήθηκε συνεχής φρούρηση.
- Η φρούρηση των συνόρων είναι ευθύνη των αρμόδιων αρχών.
- Η αυστηρή φρούρηση του κρατουμένου ήταν απαραίτητη.