φρίκη

ουσιαστικό

Έντονη, δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που προκαλείται από την αντιληπτική αντιμετώπιση ενός εξαιρετικά απειλητικού, αποτρόπαιου ή σοκαριστικού ερεθίσματος και συχνά συνοδεύεται από έντονες σωματικές αντιδράσεις (π.χ. ταχυκαρδία, εφίδρωση, ανατριχίλα).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε φρίκη όταν είδε τη σκηνή.
  • Το φρικτό περιστατικό προκάλεσε φρίκη στο κοινό.
  • Η ταινία τρόμου γέμισε την αίθουσα με φρίκη.
  • Τι φρίκη!
  • Έμεινε με φρίκη μπροστά στο θέαμα.