φαράγγι
ουσιαστικό1. Βαθύ και στενό τμήμα της επιφάνειας της γης με απότομες πλαγιές ή τοιχώματα, σχηματισμένο συνήθως από τη διάβρωση ποταμού ή χειμάρρου.
2. Μεταφορικά, στενό, δύσβατο ή επικίνδυνο πέρασμα ή κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φαράγγι ήταν γεμάτο ομίχλη το πρωί.
- Διασχίσαμε το φαράγγι με προσοχή λόγω των ολισθηρών βράχων.
- Τα νερά του ποταμού έτρεχαν βαθιά μέσα στο φαράγγι.
- Υπήρχε ένα ανεξερεύνητο φαράγγι στην απέναντι πλαγιά.
- Μετά από χρόνια διαφωνιών άνοιξε ένα μεγάλο φαράγγι ανάμεσα στους φίλους.