φανερώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι ορατός ή αντιληπτός από άλλους μετά από περίοδο που ήμουν κρυμμένος, αόρατος ή μη διακριτός.
2. Κάνω σταδιακά γνωστές πληροφορίες, στοιχεία ή πτυχές της προσωπικότητας, της φύσης ή της πρόθεσής μου, ώστε να καταστούν αντιληπτές σε τρίτους.
Συνώνυμα
εμφανίζομαι φαίνομαι αποκαλύπτομαι ξεσκεπάζομαι βγαίνω ξεπροβάλλω αναδύομαι αναδεικνύομαι εκδηλώνομαι εκτίθεμαι βλέπομαι διαφαίνομαι προβάλλομαι σκάζω ξεμυτίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σκοτάδι δεν φανερώνομαι εύκολα.
- Σε δύσκολες στιγμές φανερώνομαι όπως πραγματικά είμαι.
- Όταν μιλάω απερίφραστα, φανερώνομαι και οι σκέψεις μου γίνονται σαφείς.
- Ξαφνικά φανερώνομαι πίσω από την πόρτα και τους τρομάζω.
- Στη σιωπή της προσευχής φανερώνομαι στον εαυτό μου.