φαινομενικός
επίθετο1. Που φαίνεται ή παρουσιάζεται στην όψη, αλλά μπορεί να μην αντιστοιχεί στην πραγματική ουσία ή κατάσταση.
2. Που βασίζεται στην εξωτερική εντύπωση και όχι σε βαθύτερα ή ουσιαστικά στοιχεία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η νίκη του ήταν φαινομενική, γιατί στην πραγματικότητα η ομάδα είχε πολλά προβλήματα.
- Παρά την φαινομενική ηρεμία του, ήταν πολύ αγχωμένος.
- Υπήρχε μια φαινομενική ομοιότητα ανάμεσα στα δύο έργα, αλλά διαφέρουν ουσιαστικά.
- Η επιτυχία τους ήταν φαινομενική και κράτησε μόνο λίγους μήνες.
- Στην αρχή όλα έμοιαζαν φαινομενικά εύκολα, αλλά μετά δυσκόλεψαν πολύ.