υποψήφιος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που προτείνεται ή έχει δηλώσει συμμετοχή για εκλογή, θέση, βραβείο, τίτλο ή άλλο αξίωμα και διεκδικεί την ανάθεση ή την απόκτησή του.
Συνώνυμα
υποψήφια υποψηφιζόμενος υποψηφιζόμενη προτεινόμενος προτεινόμενη διεκδικητής διεκδικήτρια διαγωνιζόμενος διαγωνιζόμενη αιτών αιτούσα εκλεκτός εκλεκτή ενδιαφερόμενος συμμετέχων συμμετέχουσα πολιτικός ανταγωνιστής εκπαιδευόμενος ασκούμενος μελλοντικός
Αντώνυμα
εκλεγμένος εκλεγμένη νικητής νικήτρια επιτυχών επιτυχούσα ηττημένος ηττημένη απορριφθείς απορριφθείσα αποκλεισμένος αποκλεισμένη κριτής προπονητής ψηφοφόρος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υποψήφιος παρουσίασε το πρόγραμμά του στην προεκλογική συγκέντρωση.
- Η υποψήφια για τη θέση απέστειλε το βιογραφικό της στο τμήμα ανθρώπινου δυναμικού.
- Ο υποψήφιος διδάκτορας υπέβαλε τη διατριβή του στο πανεπιστήμιο.
- Ο υποψήφιος πελάτης ζήτησε περισσότερες πληροφορίες για το προϊόν.
- Οι υποψήφιοι συμμετείχαν σε δοκιμαστικό διαγωνισμό για την επιλογή της ομάδας.