υπογραφή

ουσιαστικό

1. Γραπτό ή χειρόγραφο όνομα ή ιδιόχειρη σήμανση που τοποθετείται σε έγγραφο για να δηλώνει την ταυτότητα, την έγκριση ή τη συναίνεση του υπογράφοντος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπογραφή του στο κάτω μέρος του εγγράφου πιστοποιεί την αποδοχή των όρων.
  • Χωρίς την υπογραφή του υπουργού, το διάταγμα δεν είναι έγκυρο.
  • Ζήτησε την υπογραφή του αγαπημένου ηθοποιού στο πρόγραμμα.
  • Το έργο αυτό φέρει την ξεχωριστή υπογραφή του καλλιτέχνη.
  • Η ψηφιακή υπογραφή εγγυάται την ακεραιότητα του μηνύματος.