υπερπληθώρα

ουσιαστικό

Ποσότητα ή πλήθος που υπερβαίνει κατά πολύ το συνηθισμένο ή το αναγκαίο επίπεδο.

Συνώνυμα

αφθονία πληθώρα περίσσεια πλεόνασμα υπερβολή σωρεία σειρά μπόλικα πολλότητα πλεονάζον

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Υπάρχει υπερπληθώρα πληροφοριών στο διαδίκτυο και συχνά δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε τις αξιόπιστες πηγές.
  • Η αγορά έχει υπερπληθώρα από παρόμοια προϊόντα, οπότε οι καταναλωτές μπερδεύονται εύκολα.
  • Στο συνέδριο υπήρχε υπερπληθώρα προτάσεων για το ίδιο ζήτημα.
  • Η υπερπληθώρα δεδομένων δεν σημαίνει πάντα και καλύτερη κατανόηση του προβλήματος.
  • Προτιμώ τη σαφήνεια από την υπερπληθώρα λεπτομερειών.