τυπικώς

επίρρημα

1. Κατά τρόπο που αφορά τη μορφή, τις διαδικασίες ή τους κανόνες· σύμφωνα με το γράμμα του νόμου ή τις τυπικές απαιτήσεις.

2. Με τρόπο κυρίως τυπικό ή επιφανειακό, χωρίς απαραίτητα ουσιαστική επίδραση στην ουσία του πράγματος.

Συνώνυμα

τυπικά επίσημα επισήμως ονομαστικά συμβατικώς θεσμικώς νομικώς εθιμικώς κανονικά κανονικώς συνήθως θεωρητικώς νόμιμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αίτηση υποβάλλεται τυπικώς στο πρωτόκολλο του δήμου.
  • Το πιστοποιητικό τυπικώς εκδίδεται μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
  • Στη δίκη, ο κατηγορούμενος τυπικώς θεωρείται αθώος μέχρι την τελεσίδικη καταδίκη.
  • Ο ασθενής τυπικώς παρουσιάζει πυρετό και βήχα, αλλά χρειάζονται εργαστηριακές εξετάσεις για επιβεβαίωση.
  • Η παράμετρος τυπικώς παίρνει την προεπιλεγμένη τιμή αν δεν δοθεί άλλη.