τυπικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που συμβαίνει στην πλειονότητα των περιπτώσεων ή όπως αναμένεται σε γενικές γραμμές.

2. Σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και τη διατυπωμένη μορφή, χωρίς παρέκκλιση από τους καθιερωμένους κανόνες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι συναντήσεις τυπικά αρχίζουν στις εννέα.
  • Τα τυπικά δικαιολογητικά πρέπει να είναι επικυρωμένα.
  • Τυπικά, όλοι οι φοιτητές πρέπει να υποβάλουν αίτηση πριν από τις 15 Μαΐου.
  • Η απόφαση ήταν τυπικά δεσμευτική, αλλά δεν εφαρμόστηκε στην πράξη.
  • Ο καιρός τυπικά χαλάει την τελευταία μέρα των διακοπών.