τσέπη
ουσιαστικό1. Θήκη ή μικρή σακούλα ραμμένη ή προσαρτημένη σε ένδυμα, που χρησιμεύει για την τοποθέτηση και την ασφαλή φύλαξη μικρών αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλε το κινητό στην τσέπη του παντελονιού.
- Έβαλε το χέρι στην τσέπη του όταν κρύωσε.
- Ο διευθυντής έχει πολλούς υπαλλήλους στην τσέπη του.
- Έβαλε λίγα χρήματα στην τσέπη για έκτακτες ανάγκες.
- Βρήκα το κλειδί στην εσωτερική τσέπη της τσάντας.