τεχνοτροπία
ουσιαστικό1. Χαρακτηριστικός τρόπος εκτέλεσης και αισθητικής έκφρασης σε έργα τέχνης, αρχιτεκτονικής ή χειροτεχνίας, που αναγνωρίζεται από τη χρήση συγκεκριμένων υλικών, τεχνικών και μορφικών λύσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απλότητα απλοϊκότητα κοινότυπία μονοτονία ανεπιτήδευση πρόχειροτητα ακαταστασία κλισέ αφελή αφελοτητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τεχνοτροπία του ζωγράφου χαρακτηρίζεται από έντονα χρώματα και παχιές πινελιές.
- Στην έκθεση διακρίναμε διαφορετικές τεχνοτροπίες που αντιπροσώπευαν διάφορες σχολές.
- Η τεχνοτροπία της βυζαντινής αγιογραφίας βασίζεται σε συγκεκριμένες συμβάσεις και χρωματικές παλέτες.
- Οι αρχιτέκτονες υιοθέτησαν μια λιτή τεχνοτροπία στην ανακαίνιση του κτιρίου.
- Η νέα λογοτεχνική τεχνοτροπία του μυθιστορήματος πειραματίζεται με αφηγηματικές τεχνικές.