τελευτή

ουσιαστικό

1. Τέλος ή ολοκλήρωση μιας διαδικασίας, πράξης ή κατάστασης.

2. Οριστική παύση των βιολογικών λειτουργιών ενός οργανισμού, που σημάνει το τέλος της ζωής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η τελευτή του παππού μας ήταν ήσυχη και συγκινητική.
  • Η σκηνή της τελευτής του ήρωα στην τραγωδία συγκλόνισε το κοινό.
  • Η τελευτή της σεζόν είχε μια απρόσμενη ανατροπή.
  • Στον επιτάφιο λόγο μίλησαν για την τελευτή και τη θυσία των αγωνιστών.
  • Στην παράδοση, η τελευτή θεωρείται μεταβατική στιγμή για την ψυχή.