ταΐζω
ρήμα1. Δίνω τροφή σε άνθρωπο ή ζώο, ώστε να τραφεί.
2. Φροντίζω για τη σίτιση κάποιου ή την παροχή τροφής σε τακτική ή προσωρινή βάση.
3. Προμηθεύω με αναλώσιμα ή υλικό μηχανές και συσκευές ώστε να λειτουργήσουν (π.χ. ταΐζω τον εκτυπωτή με χαρτί).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ταΐζω τον σκύλο πριν φύγω για τη δουλειά.
- Η γιαγιά ταΐζει τα περιστέρια στην πλατεία κάθε Σάββατο.
- Όταν το μωρό πεινάει, η μητέρα του το ταΐζει με μπιμπερό.
- Για να τυπώσω, πρέπει να ταΐσω τον εκτυπωτή με χαρτί.
- Κάθε μέρα ταΐζω το πρόγραμμα με δεδομένα για την ανάλυση.