σχολαστικότητα
ουσιαστικόΙδιότητα ή στάση κατά την οποία κάποιος δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια και στην ακριβή τήρηση κανόνων, διαδικασιών ή προθεσμιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σχολαστικότητα με την οποία ελέγχει κάθε λεπτομέρεια είναι εντυπωσιακή.
- Η σχολαστικότητα στη δουλειά του τον έκανε πολύ αξιόπιστο συνεργάτη.
- Με μεγάλη σχολαστικότητα ακολούθησε όλες τις οδηγίες του πειράματος.
- Η υπερβολική σχολαστικότητα μπορεί μερικές φορές να καθυστερεί την πρόοδο.
- Χρειάζεται σχολαστικότητα στην τήρηση των κανόνων ασφαλείας.
- Η δασκάλα αξιολογούσε με σχολαστικότητα κάθε γραπτό.