σφραγίδα
ουσιαστικό1. Στερεό αντικείμενο, συνήθως από μέταλλο, ξύλο ή καουτσούκ, με εγχάρακτο ή ανάγλυφο σχέδιο ή κείμενο, που χρησιμοποιείται για την αποτύπωση σημάτων ή ενδείξεων σε χαρτί, κερί ή άλλη επιφάνεια με μελάνι ή θερμό κερί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η σφραγίδα του υπουργείου βεβαιώνει την εγκυρότητα του εγγράφου.
- Ο υπάλληλος έβαλε τη σφραγίδα στο φάκελο πριν τον αποστείλει.
- Κατά την είσοδό του στη χώρα του έβαλαν σφραγίδα στο διαβατήριο.
- Η πρώτη μεγάλη επιτυχία άφησε μια ανεξίτηλη σφραγίδα στην καριέρα του.
- Η σφραγίδα της εταιρείας αποτελεί σημάδι ποιότητας για τους πελάτες.