σφράγιση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια και αποτέλεσμα του σφραγίσματος: το κλείσιμο ή απόφραξη ενός ανοίγματος ή περιβλήματος με σκοπό την ασφάλεια, την αποτροπή διέλευσης αέρα, υγρών ή αντικειμένων ή την προστασία από αλλοίωση.

Συνώνυμα

σφράγισμα επισφράγιση επισφράγισμα σφραγισμός στεγανοποίηση τσιμούχωση κλείσιμο θεώρηση συγκόλληση κόλληση καπάκωμα απόφραξη διασφάλιση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σφράγιση της πόρτας από τις αρχές απαγόρευσε την είσοδο στο κτίριο.
  • Ο οδοντίατρος συνέστησε την σφράγιση των αυλών των γομφίων για να προληφθεί η τερηδόνα.
  • Η σφράγιση των αρμών στο μπάνιο αποτρέπει τις εισροές νερού και την υγρασία.
  • Η σφράγιση του φακέλου έγινε παρουσία δύο μαρτύρων.
  • Η σφράγιση των εγγράφων από το γραφείο πιστοποίησης βεβαιώνει την αυθεντικότητά τους.