συνύπαρξη
ουσιαστικό1. Η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα, ομάδες, ιδέες ή φαινόμενα ζουν ή υπάρχουν μαζί, αλληλεπιδρώντας σε κοινωνικό, πολιτιστικό ή φυσικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
συμβίωση συγκατοίκηση συνδιαβίωση συμπτωματικότητα αλληλεπίδραση συναναστροφή συμπόρευση συμβατότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών εμπλουτίζει μια πόλη.
- Η ειρηνική συνύπαρξη των δύο λαών αποτελεί κοινό στόχο.
- Στο ίδιο γραφείο, η καθημερινή συνύπαρξη με τόσους ανθρώπους απαιτεί υπομονή.
- Η συνύπαρξη θεωρίας και πράξης είναι απαραίτητη για την επιτυχία.
- Μετά τις αλλαγές, οι δύο ομάδες έμαθαν να ζουν σε αρμονική συνύπαρξη.