συνεργείο
ουσιαστικό1. Χώρος όπου πραγματοποιούνται επισκευές, συντηρήσεις και τεχνικές εργασίες, κυρίως σε οχήματα ή μηχανήματα.
2. Ομάδα τεχνικών ή εργαζομένων που εκτελεί επισκευαστικές, εγκαταστατικές ή συντηρητικές εργασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παραδώσαμε το αυτοκίνητο στο συνεργείο για επισκευή.
- Το συνεργείο κινηματογράφου έστησε τον φωτισμό πριν τα γυρίσματα.
- Ένα συνεργείο ειδήσεων έφτασε στο σημείο του ατυχήματος.
- Το συνεργείο αποκατάστασης εργάστηκε όλη νύχτα για να επαναφέρει το ρεύμα.
- Οι εργολάβοι κάλεσαν ειδικό συνεργείο για την τοποθέτηση των καλωδίων.