συνενώνομαι
ρήμα1. Κινούμαι προς ένωση με άλλα άτομα, ομάδες ή στοιχεία ώστε να σχηματίζεται ένα ενιαίο σύνολο.
2. Επιχειρώ ή λαμβάνω μέρος σε διαδικασία συνδυασμού πόρων, δυνάμεων ή δραστηριοτήτων με άλλους για την επίτευξη κοινού σκοπού.
Συνώνυμα
ενώνομαι ενοποιούμαι συσπειρώνομαι συγχωνεύομαι συνασπίζομαι ενσωματώνομαι συναθροίζομαι μαζεύομαι συγκροτούμαι αθροίζομαι συγκεντρώνομαι συνδέομαι συμπορεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη δουλειά, όταν προκύπτουν δύσκολα προβλήματα, συχνά συνενώνομαι με συναδέλφους για να βρούμε λύση.
- Στη συνεδρίαση, συνενώνομαι με την ομάδα του έργου προκειμένου να καθορίσουμε κοινή στρατηγική.
- Στις καθημερινές μου αποφάσεις, αργά συνενώνομαι με τις διαφορετικές ιδέες μου και επιλέγω την καλύτερη.
- Ως εκπρόσωπος, συνενώνομαι με αντιπροσωπείες άλλων φορέων για να διαπραγματευτούμε συμφωνίες.
- Σε δημόσιες κινητοποιήσεις, συνενώνομαι με άλλους πολίτες για να εκφράσουμε ένα κοινό αίτημα.