συγκαλυμμένος
επίθετο1. Που είναι καλυμμένος ή καλύπτεται έτσι ώστε να μην είναι ορατός ή εμφανής.
2. Που παρουσιάζεται με τρόπο που κρύβει την πραγματική φύση, πρόθεση ή σκοπό, χωρίς να εκφράζεται άμεσα.
Συνώνυμα
κρυμμένος κρυφός καμουφλαρισμένος μασκαρεμένος μασκαρισμένος υπόγειος μυστικός καλυμμένος αφανής παρασκηνιακός λανθάνων υποβόσκων κρυπτικός μυστηριώδης σκεπασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η συγκαλυμμένη διαφήμιση πέρασε απαρατήρητη.
- Ο πολιτικός έκανε συγκαλυμμένες ερωτήσεις για να αποφύγει άμεσες δεσμεύσεις.
- Υπήρχε ένας συγκαλυμμένος κίνδυνος πίσω από τις αλλαγές στο σύστημα.
- Το πρόβλημα ήταν συγκαλυμμένο πίσω από τεχνικές λεπτομέρειες.
- Οι συγκαλυμμένοι αιτιολογικοί λόγοι αποκαλύφθηκαν αργότερα.