στρίβω
ρήμα1. Αλλάζω τη διεύθυνση της κίνησής μου στρέφοντας το σώμα, το όχημα ή άλλο αντικείμενο προς άλλη κατεύθυνση.
2. Κάνω κάτι να περιστραφεί ή να μεταβληθεί η γωνία του γύρω από άξονα ή σημείο, ώστε να αλλάξει θέση ή προσανατολισμό.
Συνώνυμα
γυρίζω στρέφω στρέφομαι περιστρέφω περιστρέφομαι στριφογυρίζω παρακάμπτω αποφεύγω ξεφεύγω διαφεύγω ελίσσομαι ξεγλιστράω διαστρεβλώνω παραποιώ γυρνάω στροβιλίζω στροβιλίζομαι κάμπτω λυγίζω στριφοκατεβαίνω διαστρέφω
Αντώνυμα
προχωρώ συνεχίζω αντιμετωπίζω πορεύομαι κατευθύνομαι απαντώ ισιώνω ευθυγραμμίζω ευθυγραμμίζομαι ξετυλίγω παραμένω υποδέχομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στην επόμενη διασταύρωση θα στρίψω δεξιά για να φτάσουμε γρηγορότερα.
- Κάθε πρωί στρίβω στη γωνία και παίρνω το λεωφορείο για τη δουλειά.
- Όταν η συζήτηση γίνεται άβολη, συχνά στρίβω το θέμα σε κάτι ουδέτερο.
- Η γιαγιά στρίβει το κεφάλι της όταν ακούει εκείνο το τραγούδι.
- Πριν ανοίξω την πόρτα πάντα στρίβω το κλειδί δύο φορές.