στεναχωρημένος
επίθετοΠου αισθάνεται λύπη, απογοήτευση ή ψυχική βαρύτητα.
Συνώνυμα
λυπημένος θλιμμένος κακόκεφος απογοητευμένος μελαγχολικός σκασμένος πληγωμένος πικραμένος θιγμένος ραγισμένος συντετριμμένος πεσμένος πάσχων πένθιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι στεναχωρημένος επειδή έχασε το πορτοφόλι του.
- Η Μαρία φαινόταν στεναχωρημένη μετά το άσχημο νέο.
- Έμεινα στεναχωρημένος όταν δεν ήρθε κανείς στη γιορτή μου.
- Το παιδί είναι πολύ στεναχωρημένο που δεν θα πάει εκδρομή.
- Ήταν όλοι στεναχωρημένοι με την εξέλιξη της υπόθεσης.