σετ

ουσιαστικό

1. Σύνολο αντικειμένων ή στοιχείων που θεωρούνται μαζί ως ομάδα ή μονάδα.

2. Σύνολο ενδυμάτων, ειδών οικιακής χρήσης ή εξαρτημάτων σχεδιασμένων να χρησιμοποιηθούν από κοινού (π.χ. σετ ρούχων, σετ πιάτων).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Πήρα ένα σετ πιάτων για το νέο σπίτι.
  • Το σετ ρούχων που δοκίμασε της ταιριάζει πολύ.
  • Έχασε το πρώτο σετ, αλλά κέρδισε τα υπόλοιπα.
  • Το σετ γυρισμάτων στο στούντιο ήταν εντυπωσιακό.
  • Το σετ εργαλείων στον πάγκο περιείχε όλα τα απαραίτητα κλειδιά.