σαλόνι

ουσιαστικό

1. Δωμάτιο σε κατοικία για την υποδοχή επισκεπτών, την καθημερινή κοινωνική ζωή και την ανάπαυση, εξοπλισμένο με καθίσματα, τραπέζι και συχνά έπιπλα ψυχαγωγίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σαλόνι του σπιτιού μας έχει μεγάλα παράθυρα προς την αυλή.
  • Περιμέναμε στο σαλόνι του αεροδρομίου μέχρι να ανοίξει η πύλη.
  • Στο φετινό σαλόνι αυτοκινήτου παρουσιάστηκαν τα νέα μοντέλα.
  • Στο σαλόνι του ξενοδοχείου ήπιαμε έναν καφέ πριν το check‑in.
  • Το σαλόνι γέμισε κόσμου κατά τη γιορτή των φίλων μας.