ρισκάρω
ρήμα1. Αναλαμβάνω μια ενέργεια ή επιλογή εκθέτοντας τον εαυτό μου, την περιουσία ή άλλους σε πιθανή ζημία, απώλεια ή κίνδυνο.
Συνώνυμα
διακινδυνεύω ριψοκινδυνεύω κινδυνεύω ποντάρω τζογάρω τολμώ πειραματίζομαι παρακινδυνεύω προχωρώ παίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αν επενδύσω σε μια νεοφυή επιχείρηση, ρισκάρω πολλά χρήματα.
- Αν του πω την αλήθεια, ρισκάρω να χαλάσει η σχέση μας.
- Με αυτό το μονοπάτι στο βουνό, ρισκάρω τη ζωή μου.
- Με αυτή την ιδέα, ρισκάρω την επαγγελματική μου φήμη.
- Στο πόκερ, όταν βάζω όλα τα μάρκες, ρισκάρω τα πάντα.
- Δεν ρισκάρω χωρίς να έχω σχέδιο.