ρευστό
άλλο1. Υγρή κατάσταση της ύλης που ρέει εύκολα, δεν διατηρεί σταθερό σχήμα και προσαρμόζεται στο δοχείο που την περιέχει.
2. Χρηματικό ποσό σε μετρητά διαθέσιμο για άμεση χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ρευστό στην τσέπη του τελείωσε πριν το τέλος του μήνα.
- Στο εργαστήριο εξέτασαν το ρευστό δείγμα κάτω από το μικροσκόπιο.
- Σε ένα ρευστό οικονομικό περιβάλλον οι επιχειρήσεις αλλάζουν στρατηγική γρήγορα.
- Οι τράπεζες προσφέρουν περισσότερα προϊόντα για να αυξήσουν το ρευστό της αγοράς.
- Παρακολουθούσαν το ρευστό να ρέει μέσα στον σωλήνα.