ραντεβού

ουσιαστικό

1. Συμφωνημένη μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων ώρα και τόπος για την πραγματοποίηση ενός προκαθορισμένου σκοπού ή ενέργειας.

2. Ιδιωτική ή κοινωνική συνάντηση μεταξύ δύο ατόμων με σκοπό την ανάπτυξη ή διερεύνηση ρομαντικής ή συναισθηματικής σχέσης.

Συνώνυμα

συνάντηση ημερομηνία συνεδρία αντάμωμα συναπάντημα επίσκεψη ραντεβουδάκι ραντεβούλα συνδιάσκεψη σύνοδος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω ραντεβού με τον γιατρό αύριο το πρωί.
  • Πήγαν σε ένα ωραίο εστιατόριο στο πρώτο τους ραντεβού.
  • Κλείσαμε ραντεβού για να συζητήσουμε το έργο την Παρασκευή.
  • Μην αργήσεις στο ραντεβού, θα περιμένω στην είσοδο.
  • Το ραντεβού ακυρώθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης.