πύλη
ουσιαστικό1. Άνοιγμα ή κινητό τμήμα σε περίφραξη, τοίχο ή φράχτη που επιτρέπει την είσοδο και την έξοδο ανθρώπων, οχημάτων ή αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πύλη του κήπου άνοιξε νωρίς το πρωί.
- Η πύλη του κάστρου έκλεισε για λόγους ασφαλείας.
- Περιμέναμε στην πύλη του αεροδρομίου για την ανακοίνωση επιβίβασης.
- Η πύλη του πανεπιστημίου παρέχει πρόσβαση σε ηλεκτρονικά μαθήματα.
- Η πύλη της γνώσης ανοίγει με μελέτη και πρακτική.