πωλήτρια
ουσιαστικό1. Γυναίκα που απασχολείται στην πώληση αγαθών ή υπηρεσιών σε κατάστημα, αγορά ή άλλο σημείο πώλησης, εξυπηρετώντας πελάτες, παρέχοντας πληροφορίες και ολοκληρώνοντας συναλλαγές.
Συνώνυμα
πωλητής ταμίας έμπορος αντιπρόσωπος μεσίτρια πωλητάρης παζατζής εμποροπράκτορας υπάλληλος καταστηματάρχης προμηθεύτρια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η πωλήτρια στο φαρμακείο με εξυπηρέτησε πολύ ευγενικά.
- Η πωλήτρια στο μανάβικο ζύγιζε τα μήλα πριν τα βάλει στη σακούλα.
- Μια πωλήτρια τηλεφώνησε για να μου προτείνει μια νέα συνδρομή.
- Η πωλήτρια ακινήτων παρουσίασε το διαμέρισμα στους ενδιαφερόμενους.
- Έγινε πωλήτρια των ιδεών της στο συνέδριο για να πείσει το κοινό.