πρόσφορος
επίθετο1. Που παρέχει τις απαραίτητες προϋποθέσεις ή συνθήκες για την επιτυχία, την εφαρμογή ή την πραγματοποίηση ενός σκοπού ή δράσης.
2. Που εμφανίζεται σε χρονική στιγμή κατά την οποία μια ενέργεια ή πρωτοβουλία μπορεί να υλοποιηθεί με επιτυχία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πιο πρόσφορο μέσο για να λύσουμε το πρόβλημα είναι η άμεση επικοινωνία.
- Βρήκε την πρόσφορη στιγμή να μιλήσει στον διευθυντή.
- Το αγρόκτημα έχει πρόσφορο έδαφος για καλλιέργεια λαχανικών.
- Οι καιρικές συνθήκες ήταν πρόσφορες για τη διεξαγωγή του αγώνα.
- Ο νέος συνεργάτης είναι πρόσφορος για το ερευνητικό πρόγραμμα.