προσφωνώ
ρήμα1. Απευθύνω λόγο σε κάποιον ή σε ομάδα προσώπων, καλώντας τους με όνομα, τίτλο ή άλλη μορφή προσφώνησης, συνήθως στο ξεκίνημα συνομιλίας ή ομιλίας.
2. Προσκαλώ ή φωνάζω κάποιον για να τραβήξω την προσοχή του ή να αρχίσω διάλογο μαζί του.
Συνώνυμα
προσαγορεύω απευθύνω απευθύνομαι χαιρετώ χαιρετίζω καλωσορίζω αποκαλώ ονομάζω εκφωνώ μιλάω ονοματίζω υποδέχομαι φωνάζω προφέρω καλώ αναφωνώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην επίσημη τελετή προσφωνώ το κοινό ως πρόεδρος του συλλόγου.
- Στα επίσημα γράμματα προσφωνώ τη διευθύντρια 'Αγαπητή κυρία Παπαδοπούλου'.
- Τους ξένους καθηγητές προσφωνώ πάντα με το επώνυμό τους.
- Όταν καλώ κάποιον στη σκηνή, προσφωνώ πρώτα το όνομά του και μετά την ιδιότητά του.
- Μπροστά στην τάξη προσφωνώ τον καθηγητή για να τον χαιρετήσω πριν αρχίσω το μάθημα.