προσευχή

ουσιαστικό

1. Πράξη επικοινωνίας προς θεότητα ή υπερβατική δύναμη, εκδήλωση λατρείας, ευχαριστίας, αιτήματος ή μετάνοιας μέσω λόγων, νοερών σκέψεων ή τελετουργικών πράξεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προσευχή στη χριστιανική εκκλησία ξεκινά με το 'Πάτερ ἡμῶν'.
  • Πριν από την εγχείρηση είπε μια προσευχή για να ηρεμήσει.
  • Οι ηλικιωμένοι συγκεντρώνονται κάθε πρωί για κοινή προσευχή.
  • Έστειλα μια προσευχή για τη γρήγορη ανάρρωση της φίλης μου.
  • Η προσευχή του εισακούστηκε και όλα πήγαν καλά.