προνομιούχος

επίθετο

Που απολαμβάνει ειδική ή ευνοϊκή μεταχείριση, δικαιώματα ή πλεονέκτημα σε σχέση με άλλους.

Συνώνυμα

ευνοημένος ευνοούμενος προτιμημένος εκλεκτός πλεονεκτικός ευεργετημένος ευδαίμων ευλογημένος τυχερός ξεχωριστός ανώτερος υπεράνω

Αντώνυμα

μειονεκτικός αποστερημένος περιθωριοποιημένος αποκλεισμένος παραγκωνισμένος αδικημένος άπορος φτωχός υστερημένος καταπιεσμένος ζημιωμένος πτωχός στερημένος εξαθλιωμένος άτυχος λαϊκός

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο προνομιούχος έφηβος είχε πρόσβαση σε καλύτερη εκπαίδευση.
  • Η προνομιούχα φοιτήτρια αναγνωρίζει ότι είχε περισσότερες ευκαιρίες.
  • Οι προνομιούχοι γείτονες δεν αντιμετώπισαν τα ίδια προβλήματα.
  • Νιώθω προνομιούχος που μπόρεσα να ταξιδέψω στο εξωτερικό για δουλειά.
  • Η εταιρεία εξέδωσε προνομιούχες μετοχές για να προσελκύσει επενδυτές.