προδότης

ουσιαστικό

1. Άτομο που παραβιάζει την εμπιστοσύνη ή τη σχέση αφοσίωσης προς άλλους, ενεργώντας κατά τρόπο που βλάπτει ή εξαπατά όσους τον εμπιστεύτηκαν.

Συνώνυμα

προδότης προδότρια δοσίλογος πράκτορας ρουφιάνος λιποτάκτης αποστάτης εφιάλτης συνωμότης εχθρός πληροφοριοδότης σαμποτέρ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο προδότης παρέδωσε τα στρατιωτικά μυστικά στον εχθρό.
  • Αυτός θεωρείται προδότης επειδή πρόδωσε τον σύντροφό του.
  • Ο προδότης της ομάδας αποκάλυψε τα σχέδια στους αντιπάλους.
  • Το σώμα μου έγινε προδότης όταν κουράστηκα πολύ στη δουλειά.
  • Το χαμόγελό του ήταν προδότης των πραγματικών του συναισθημάτων.