προαίρεση
ουσιαστικό1. Εσωτερική βούληση ή πρόθεση ενός προσώπου να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο, η συνειδητή διάθεση για επιλογή ή δράση.
2. Επιλογή ή προτίμηση μεταξύ διάφορων διαθέσιμων εναλλακτικών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προαίρεση του κατηγορουμένου αποτελεί στοιχείο για τον προσδιορισμό της ποινής.
- Η επέμβαση ήταν θέμα προαίρεσης, όχι επείγουσας ανάγκης.
- Η προαίρεση του ασθενούς να αρνηθεί τη θεραπεία καταγράφηκε στο ιατρικό αρχείο.
- Στην ηθική φιλοσοφία, η προαίρεση θεωρείται καθοριστική για την ηθική ευθύνη.
- Όταν κάποιος ενεργεί από προαίρεση, η πράξη του θεωρείται σκόπιμη.