πρελούδιο
ουσιαστικό1. Σύντομο μουσικό εισαγωγικό έργο ή κομμάτι που προηγείται και προετοιμάζει την είσοδο σε μεγαλύτερο μουσικό έργο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ορχήστρα εκτέλεσε το πρελούδιο πριν το κύριο έργο.
- Έγραψε ένα σύντομο πρελούδιο για πιάνο ως εισαγωγή στη σουίτα.
- Το πρώτο κεφάλαιο λειτουργεί σαν πρελούδιο της υπόθεσης.
- Ως πρελούδιο των διαπραγματεύσεων θεωρήθηκε η συνάντηση των προϊσταμένων.
- Το γεγονός αυτό ήταν ένα πρελούδιο της επερχόμενης πολιτικής κρίσης.