πρήζω
ρήμα1. Προκαλώ διόγκωση ή πρήξιμο σε ιστούς ή όργανα λόγω συσσώρευσης υγρού, φλεγμονής ή άλλης αιτίας.
2. Προκαλώ σε κάποιον αίσθημα ενόχλησης, εκνευρισμού ή κόπωσης με επαναλαμβανόμενες, επίμονες ή ενοχλητικές πράξεις, παρατηρήσεις ή απαιτήσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μη με πρήζεις, σε παρακαλώ.
- Δεν θέλω να πρήζω συνέχεια τη μητέρα μου με τα ίδια προβλήματα.
- Το τσίμπημα έπρηξε το πόδι μου και έγινε κόκκινο.
- Μετά το ατύχημα, το πόδι του πρήχτηκε τόσο πολύ που δεν μπορούσε να περπατήσει.
- Οι φίλες της πρήζονται κάθε φορά που αργεί.