πράττω

ρήμα

Κάνω κάτι με πρόθεση και ενέργεια, εκτελώ μια πράξη ή αναλαμβάνω δράση για να επιτύχω έναν σκοπό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Τι πράττω σε αυτή την περίπτωση;
  • Ο γιατρός με ρώτησε αν πράττω σωστά που ακολουθώ τη θεραπεία.
  • Πρέπει να σκεφτούμε τι πράττουμε όταν παίρνουμε τέτοιες αποφάσεις.
  • Δεν ξέρω τι πράττει η επιτροπή για το θέμα αυτό.
  • Ας δούμε πρώτα τι πράττετε εσείς και μετά θα μιλήσουμε.
  • Εκείνος πράττει πάντα με σύνεση και υπευθυνότητα.