ποντάρω
ρήμα1. Τοποθετώ χρήματα ή άλλο αντικείμενο ως στοιχηματισμό σε έκβαση αγώνα, παιχνιδιού ή γεγονότος, με σκοπό να κερδίσω ανάλογο ποσό αν επαληθευτεί το αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν ποντάρω ποτέ όλα τα χρήματά μου σε ένα στοίχημα.
- Ποντάρω 10 ευρώ στον νικητή του αγώνα την Κυριακή.
- Ποντάρω ότι το νεαρό ταλέντο θα κερδίσει το βραβείο.
- Ποντάρω στην εμπειρία της ομάδας για να πετύχουμε τον στόχο.
- Στη δουλειά μου ποντάρω περισσότερο στην επιμονή παρά στην τύχη.