πολύς
επίθετο1. Που υπάρχει σε μεγάλο αριθμό ή ποσότητα σε σχέση με το σύνηθες ή το αναμενόμενο.
2. Που έχει μεγάλο βαθμό έντασης ή σημασίας.
3. Που εκτείνεται σε μεγάλη έκταση ή διάρκεια.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στο πάρκο.
- Δεν έχω πολύ χρόνο να τελειώσω την εργασία.
- Έφαγε πολύ γλυκό χθες και αρρώστησε.
- Το χειμώνα κάνει πολύ κρύο εδώ.
- Απαιτείται πολύς χρόνος για να μάθει κάποιος μια ξένη γλώσσα.
- Αγόρασε πολλές φωτογραφίες από το ταξίδι.