πλανιέμαι
ρήμα1. Περιπλανιέμαι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό ή σταθερή πορεία, κινούμενος από μέρος σε μέρος.
2. Βρίσκομαι σε κατάσταση σύγχυσης, αβεβαιότητας ή αποπροσανατολισμού και δεν μπορώ να κατευθυνθώ σωστά.
Συνώνυμα
περιπλανιέμαι περιφέρομαι τριγυρίζω γυρνάω αλητεύω αιωρούμαι τριγυρνώ περπατάω ξωκείλω γυρνώ πετάω στριφογυρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν χάνομαι στα σοκάκια, πλανιέμαι για ώρα χωρίς να βρίσκω τον δρόμο μου.
- Μετά τη δουλειά, συχνά πλανιέμαι στην πόλη μόνο για να ηρεμήσω.
- Οι σκέψεις μου πλανιούνται και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
- Το βράδυ, πλανιέμαι ανάμεσα στα φώτα της παραλίας και ακούω τη θάλασσα.
- Από μικρός πλανιόμουν στα χωράφια του χωριού με τους φίλους μου.